Τι είναι η Ακουστική Οικολογία;

Η Ακουστι­κή Oικολογία γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 60 από τον Καναδό μουσικό, συγγραφέα και περιβαλλοντολόγο Raymond Murray Schafer στο Πανεπιστήμιο  Simon Fraser στο Βανκούβερ του Καναδά, στο πλαίσιο ενός προγράμματος που απεκλήθη Παγκόσμιο Πρόγραμμα Ηχοτοπίων.
Το πρόγραμμα αυτό στο οποίο απώτατος στόχος που ήταν: “Η εξεύρεση λύσεων για τη δημιουργία οικολογικά ισορροπημένων ηχοτοπίων στα οποία η ανθρώπινη κοινότητα και το ηχητικό περιβάλλον της βρίσκονται σε αρμονία.” προκάλεσε την ανάπτυξη του παγκόσμιου ενδιαφέροντος για την Ακουστική Οικολογία, την εμπλοκή επιστημόνων από διάφορα πεδία, αλλά και τη διεύρυνσή της σε τομείς όπως η Κοινωνική Ανθρωπολογία, η Λαογραφία, η Ψυχολογία, η Αρχιτεκτονική και η Τέχνη.
Αν στην Οικολογία κεντρική έννοια είναι το Οικοσύστημα, στην Ακουστική Οικολογία κεντρική έννοια είναι το Ηχοτοπίο, δηλαδή το σύνολο των ήχων που παράγονται σε ένα οικοσύστημα, είτε είναι ανθρωπογενείς (Μουσική, ανθρώπινη ομιλία, αλλά και ήχοι που παράγονται από τα μέσα μεταφοράς, τις βιομηχανίες κ.τ.λ.) είτε φυσικοί (όπως οι ήχοι των ζώων, οι ήχοι των καιρικών και γεωλογικών φαινομένων).
Επίσης όπως στην οικολογία το οικοσύστημα αναπαριστά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε και αντιλαμβανόμαστε την αλληλεπίδραση των οργανισμών μιας περιοχής μεταξύ τους και με το αβιοτικό περιβάλλον, κατ΄αντιστοιχία στην Ακουστική Οικολογία, το ηχοτοπίο αποτελεί ένα μοντέλο για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αλληλεπιδρούν οι οργανισμοί με τους ποικίλους (φυσικούς ή όχι) ήχους που παράγει το περιβάλλον τους.
Το μοντέλο αυτό είτε συντίθεται από την καταγραφή και τη μελέτη των ήχων ενός φυσικού ή ανθρωπογενούς οικοσυστήματος (ήχοι του δάσους, ήχοι ενός πολυσύχναστου δρόμου της πόλης, ενός κτιρίου, μιας βιομηχανικής εγκατάστασης κ.τ.λ.) είτε είναι εξ ολοκλήρου μια επινόηση, ένα κολλάζ ήχων που έχουν καταγραφεί, (φυσικοί ή ανθρωπογενείς, ακόμη και μουσική), με σκοπό την αναπαραγωγής του για ερευνητικούς, εκπαιδευτικούς ή καλλιτεχνικούς λόγους.
Ό,τι πάντως και να είναι το ηχοτοπίο, εισάγει στη μελέτη του περιβάλλοντος τους ήχους του, που καταγράφονται και αναλύονται, προκειμένου να μελετηθεί η πολύπλοκη περιβαλλοντική, (κοινωνική, ψυχολογική και αισθητική ακόμη στην περίπτωση των ανθρώπων), επίδραση που ασκούν στους οργανισμούς των οικοσυστημάτων. Για το λόγο αυτό ο ιδρυτής της Ακουστικής Οικολογίας εμπλούτισε την έννοια του ηχοτοπίου με την κατηγοριοποίηση των επιμέρους ήχους που το συνιστούν.
Έτσι σύμφωνα με τον Schafer  ένας ήχος σε ένα ηχοτοπίο μπορεί να αντιπροσωπεύει:
  • το βασικό θέμα του (π.χ. ο μόνιμος ήχος των κυμάτων σε μια παραθαλάσσια πόλη),
  • ένα μήνυμα (όπως π.χ. η σειρήνα ενός περιπολικού ή ο ήχος ενός μηνύματος που έφθασε στο κινητό μας),
  • ένα ηχόσημο (soundmark), λέξη που δημιουργήθηκε από τη σύνθεση των λέξεων ήχος (sound) και landmark (ορόσημο), προκειμένου να δηλώσει τον μοναδικό και χαρακτηριστικό ήχο ενός ηχοτοπίου (λ.χ. η καμπάνα τουBing Ben),
  • ειδυλλιακούς ήχους, δηλαδή ήχους που εμπνέουν το αίσθημα της νοσταλγίας, επειδή έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί (για παράδειγμα ο ήχος που κάνουν τα πέταλα του αλόγου σε ένα λιθόστρωτο).
Το σημαντικό στη διάκριση των ήχων ενός ηχοτοπίου, είναι ότι δεν αποτελούν καθολικές οντότητες, κι΄αυτό διότι προσλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο από τα διαφορετικά υποκείμενα που τους δέχονται. Έτσι για παράδειγμα για τον επισκέπτη μιας μουσουλμανικής χώρας η φωνή του μουεζίνη μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα ηχόσημο, ενώ για τον πιστό, ένα μήνυμα που τον καλεί για προσευχή, όπως ο ήχος του νερού που ρέει για ένα ζώο που έχει κορέσει τη δίψα του μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα ηχόσημο που προσδιορίζει τη θέση του ποταμού, αλλά για ένα διψασμένο ζώο, το μήνυμα που θα του σώσει τη ζωή.
Τι αλήθεια έχει παραγάγει η Ακουστική Οικολογία στα χρόνια που μεσολάβησαν από την ευρηματική σύλληψη του Schafer; Σήμερα λοιπόν υπάρχει μια παγκόσμια κοινότητα επιστημόνων, οικολόγων, καλλιτεχνών που δραστηριοποιείται στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Φόρουμ για την Ακουστική Οικολογία. Το Φόρουμ διοργανώνει κάθε 3 χρόνια ένα διεθνές συμπόσιο το οποίο επικεντρώνεται στην παρουσίαση των εξελίξεων στην Ακουστική Οικολογία και στην ενίσχυση και επέκταση της εφαρμογής της σε ποικίλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Έτσι δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η Ακουστική Οικολογία, πέραν της αναμενόμενης επίδρασής της στην καθεαυτή Οικολογία, έχει επηρεάσει την Αρχιτεκτονική και την Πολεοδομία (οι αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το ηχοτοπίο που δημιουργούν οι κατασκευές τους, την Ιστορία (αφού μέρος της μπορεί να είναι η μελέτη και η ανασύσταση ήχων του παρελθόντος), την Κοινωνική Ανθρωπολογία (ποιοι ήχοι λ.χ. προσλαμβάνονται ως ηχόσημα από μια κοινότητα και ως μηνύματα από μια άλλη),  τη Μουσική (με την σύνθεση μουσικών ηχοτοπίων) και πολλούς ακόμη τομείς.
Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι και στην χώρα μας έχει δημιουργηθεί  η Ελληνική Εταιρεία Ακουστικής Οικολογίας από ερευνητές που δραστηριοποιούνται στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Ιονίου, στον Τομέα Οικολογίας του Α.Π.Θ., στο Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου, στο Τμήμα Ακουστικής και Μουσικής Τεχνολογίας του Τ.Ε.Ι. Κρήτης και στην Ομάδα Ήχου της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών.
Θεωρώντας ότι ο Ήχος είναι κάτι που μας συνοδεύει, είτε σαν αίσθηση, είτε ως ανάμνηση, σε όλες μας τις δραστηριότητες, πριν ακόμη από τη γέννησή μας, προκύπτει μια άρρηκτη σχέση μεταξύ περιβάλλοντος και πολιτιστικών γνωρισμάτων ενός τόπου, η οποία αποτυπώνεται εύστοχα στην φράση του Οδ. Ελύτη για το “ποιητικό” έργο του Αλ. Παπαδιαμάντη:
“Στην Ελλάδα, ένα ευαίσθητο παιδί μεγαλωμένο πλάι στη θάλασσα έχει την αίσθηση της ακοής τρισδιάστατη. Στη μια πιάνει τους αγέρηδες και τον παφλασμό των κυμάτων’ στη δεύτερη, την ελληνική λαλιά στην αρχική της φθογγολογική σύσταση’ στη τρίτη, τον κόσμο των νοημάτων, από της Ιωνίας τους καιρούς και δώθε. Μια τέτοια ταυτόχρονη εγγραφή προλαβαίνει, πριν από τη συνείδηση, να αποτυπώσει περιοχές ολόκληρες, που αργότερα, πολύ αργότερα (όπως στην εμφάνιση ενός φωτογραφικού στιγμιότυπου), βλέπει κανείς να διαγράφονται μπροστά του.” (“Η μαγεία του Παπαδιαμάντη”, 1976)
Με πηγές από akouse.gr, biology4u.gr   back-to-nature.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια